ἐλέγχω

ἐλέγχω обследовать, изобличать; опровергать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐλέγχω" в других словарях:

  • ελέγχω — ελέγχω, έλεγξα βλ. πίν. 31 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ελέγχω — (AM ἐλέγχω) 1. ερευνώ, εξετάζω για την ανεύρεση τής αλήθειας, ορθότητας, ακρίβειας, γνησιότητας, αξίας κάποιου αντικειμένου, εμπορεύματος, θέματος κ.λπ. («ελέγχω τα γραπτά, τους λογαριασμούς, την περιεκτικότητα σε κάτι», «φύλαξ ἐλέγχων φύλακα»,… …   Dictionary of Greek

  • ἐλέγχω — ἔλεγχος 2 argument of disproof masc nom/voc/acc dual ἔλεγχος 2 argument of disproof masc gen sg (doric aeolic) ἐλέγχω disgrace pres subj act 1st sg ἐλέγχω disgrace pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελέγχω — [элэнхо] ρ. проверять, испытывать, контролировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ελέγχω — έλεγξα, ελέγχτηκα, μτβ. 1. ερευνώ κάτι για να βεβαιωθώ για την αλήθεια, την ορθότητα, την αξία, την ικανότητα, τη γνησιότητά του κτλ., εξετάζω, εξακριβώνω. 2. (για θεωρίες, λόγους κτλ.), αναλύω κριτικά για να βρω τρωτά σημεία, επικρίνω. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλέγχῳ — ἔλεγχος 2 argument of disproof masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέγχετον — ἐλέγχω disgrace pres imperat act 2nd dual ἐλέγχω disgrace pres ind act 3rd dual ἐλέγχω disgrace pres ind act 2nd dual ἐλέγχω disgrace imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐληλεγμένα — ἐλέγχω disgrace perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐληλεγμένᾱ , ἐλέγχω disgrace perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐληλεγμένᾱ , ἐλέγχω disgrace perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέγξουσι — ἐλέγχω disgrace aor subj act 3rd pl (epic) ἐλέγχω disgrace fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐλέγχω disgrace fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέγξουσιν — ἐλέγχω disgrace aor subj act 3rd pl (epic) ἐλέγχω disgrace fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐλέγχω disgrace fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλέγξω — ἐλέγχω disgrace aor subj act 1st sg ἐλέγχω disgrace fut ind act 1st sg ἐλέγχω disgrace aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.